Καλημέρα σας,
σήμερα στη στήλη “Beauty Days with a Book” φιλοξενούμε τον συγγραφέα
Νικόλαο Δρίγκα και το βιβλίο του «Εργατικές Κατοικίες ή Ήτανε ο
Κακομοίρης ένα Καμμένο Χαρτί», που κυκλοφορεί από τις Πρότυπες
Εκδόσεις Πηγή.
Ένα βιβλίο που εξερευνά τις ιστορίες καθημερινών ανθρώπων, τα
κοινωνικά τοπία και τις προσωπικές τους μάχες, αποτυπώνοντας με
ζωντάνια και ειρωνεία τον κόσμο της εργατικής τάξης και τις μικρές
τραγωδίες της καθημερινότητας.
Τι σας ώθησε να γράψετε το βιβλίο Εργατικές Κατοικίες ή Ήτανε ο
Κακομοίρης ένα Καμμένο Χαρτί;
Στην αρχή η συγγραφή ξεκίνησε για εμένα κάπως σαν μετάφραση του κόσμου και
της ζωής. Πριν από κάποια χρόνια, στην Ολλανδία, άρχισα να κρατώ τις πρώτες μου
σημειώσεις, οι οποίες ήτανε περισσότερο κάτι σαν ημερολόγιο, με εμπειρίες και
συναισθήματα. Στην πορεία είδα ότι κάποιες από αυτές τις σημειώσεις θα
μπορούσαν και να λειτουργήσουν σαν πρώτη συγγραφική ύλη, θα μπορούσα,
δηλαδή, αν έβαζα κάποια πράγματα στη σωστή θέση, να είχα τελικά ένα αφήγημα με
αρχή, μέση και τέλος. Κάπως έτσι προέκυψαν τα πρώτα μου διηγήματα, τα οποία
στη συνέχεια έγιναν ένα μικρό βιβλίο εξήντα σελίδων. Η συγγραφή υπήρξε για εμένα
κάτι πολύ ιδιωτικό που τώρα το βλέπω να γίνεται δημόσιο.
Ο τίτλος είναι ιδιαίτερος και παραστατικός. Πώς σχετίζεται με το
περιεχόμενο του βιβλίου;
Στις Εργατικές Κατοικίες περίμενα για να αλλάξω το τελευταίο λεωφορείο γυρνώντας
από τη βόλτα με έναν άνθρωπο που αγαπούσα πολύ. Χειμώνας, λίγες μέρες μετά τα
γενέθλια μου. Εκείνη την περίοδο είχα μόλις τελειώσει το κείμενο, είχα κάνει και τις
τελευταίες διορθώσεις, μα δεν έβρισκα με τίποτα τίτλο. Μου είπε εκείνος «Θα πάρεις
το τάδε και θα κατέβεις Εργατικές Κατοικίες», ε, γύρισα μετά στο σπίτι και είχα τίτλο
για το βιβλίο. Το αποφάσισα εκείνη τη στιγμή, κάτω από τις δωδεκαόροφες.
Όσο για την προσθήκη «Ήτανε ο Κακομοίρης Ένα Καμένο Χαρτί», διαβάζοντας το
κείμενο για τελευταία φορά πριν από την επιμέλεια, συμπλήρωσα αυτό το δεύτερο
μέρος του τίτλου γιατί είναι μια φράση του δεύτερου διηγήματος που τη θεωρώ
αντιπροσωπευτική του περιεχομένου ολόκληρου του βιβλίου.
Οι ιστορίες εστιάζουν σε χαρακτήρες της εργατικής τάξης. Ποιο ήταν το
βασικό σας κίνητρο να επιλέξετε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο;
Το βασικό μου κίνητρο ήταν ότι ανήκω και ο ίδιος σε αυτή την τάξη. Όσο έγραφα τις
ιστορίες ήμουν ένας φοιτητής από μία μεσοαστική οικογένεια, και μάλιστα της
επαρχίας. Έγραψα ιστορίες για πρόσωπα με τα οποία έχω ζήσει. Δε θα μπορούσα
να κάνω διαφορετικά.
Πώς καταφέρατε να συνδυάσετε το χιούμορ με τα σοβαρά κοινωνικά
θέματα;
Δε μπορώ χωρίς λίγο χιούμορ. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει
γάμος χωρίς κλάματα και κηδεία χωρίς γέλιο. Άλλωστε, πολλές φορές μέσα στο
βιβλίο το χιούμορ προκύπτει από το ίδιο το παραλήρημα των ηρώων. Τα πρόσωπα
των ιστοριών αυτών βρίσκονται σε καταστάσεις τόσο τραγικές, χωρίς δύναμη, όνειρα
ή προοπτική, που καταλήγουν να φαίνονται αστείοι.
Ποιο μήνυμα ή συναίσθημα θέλετε να κρατήσει ο αναγνώστης στο τέλος
του βιβλίου;
Δεν πιστεύω καθόλου σε «μηνύματα» μέσω της τέχνης. Το «μήνυμα» σα λέξη μου
φαίνεται κάτι πολύ διδακτικό, σα να σας κουνάω το δάχτυλο. Ας διαβάσει ο καθένας
τις ιστορίες μου κι ας κρατήσει, στο τέλος, ό,τι θέλει. Το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν
από περίπου τρεις μήνες. Μέσα σε αυτό το διάστημα έχουνε διαβάσει τις
«Εργατικές» διαφορετικοί άνθρωποι, όλων των ηλικιών, με τους οποίους έπειτα
συζήτησα και είδα ότι ο καθένας κράτησε διαφορετικά σημεία. Αυτό με χαροποίησε
πολύ.
Υπάρχει κάποια προσωπική εμπειρία που ενέπνευσε κάποια από τις
ιστορίες;
Και ναι και όχι. Δηλαδή, η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές κατά τη συγγραφή
έπαιρνα ιδέες από καταστάσεις που έχω ζήσει ο ίδιος, μα τελικά και οι δέκα ιστορίες
του βιβλίου είναι μυθοπλασία.
Πώς σας βοήθησε η συνεργασία με τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή στην
ολοκλήρωση και διαμόρφωση του βιβλίου;
Πρώτα απ΄ όλα, οι εκδόσεις Πηγή έκαναν κάτι πολύ σημαντικό. Κατά τη συνομιλία με
τα τμήματα του εκδοτικού οίκου, δεν ένιωσα ποτέ ότι λογοκρίνεται το περιεχόμενο
του έργου, κάτι το οποίο δυστυχώς έχω δει να γίνεται αρκετές φορές στο θέατρο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας μας υπήρξε απόλυτη ελευθερία έκφρασης,
δημιουργικότητα, άμεση και εξαιρετική επικοινωνία και θεωρώ ότι το τελικό
αποτέλεσμα της έκδοσης είναι αυτό ακριβώς που φανταζόμουν από την αρχή.
Έχετε ήδη σχέδια για νέα έργα ή επόμενες δημοσιεύσεις;
Αυτό το διάστημα ολοκληρώνω σιγά σιγά και το δεύτερο μου βιβλίο, ενώ έχω αρχίσει
και τα σχέδια για μια νέα θεατρική παράσταση κι ένα ταξίδι με τους φίλους μου.
Τι πιστεύετε ότι κάνει αυτό το βιβλίο ξεχωριστό για τον σημερινό
αναγνώστη;
Νομίζω ότι είναι ένα ειλικρινές έργο. Θέλησα να πω κάποια πράγματα, θέλησα να
μοιραστώ με τους αναγνώστες μου κάποιες σκέψεις, χωρίς απαραίτητα να
προσπαθώ να βρω ωραίες λεξούλες, χωρίς να με ενδιαφέρει αν το τελικό
αποτέλεσμα βγαίνει ομορφούτσικο και γλυκούλι. Θέλω να περιγράψω τα τρυφερά και
τα άγρια της ζωής με έναν δικό μου, ειλικρινή τρόπο.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή και τη χαρά
να σας φιλοξενούμε στη σελίδα μας.
Πριν ολοκληρώσουμε, θα θέλατε να μας πείτε πού μπορούν οι
αναγνώστες να σας βρουν στα social media, καθώς και ένα email
επικοινωνίας, και πώς μπορούν να προμηθευτούν το βιβλίο σας;
Σας ευχαριστώ κι εγώ για την ευκαιρία να συνομιλήσουμε, λέγοντας δυο
λόγια για το βιβλίο μου.
Facebook: Νικόλας Δρίγκας
Instagram: nickolas_drigkas
Email: nickolasdrigkas@gmail.com
Το βιβλίο μου μπορείτε να το παραγγείλετε από το site των εκδόσεων
Πηγή, καθώς επίσης και από τον Ιανό και επιλεγμένα βιβλιοπωλεία.
Εργατικές Κατοικίες ή ήτανε ο κακομοίρης ένα καμένο χαρτί
Συγγραφέας: Νικόλας Δρίγκας,
ΠΡΟΤΥΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΗΓΗ
Μια δυνατή συλλογή διηγημάτων του Νικόλα Δρίγκα που αποτυπώνει τον σύγχρονο άνθρωπο, τον έρωτα και τη φθορά με αλήθεια και πάθος.
Σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων :
∆ε θέλησε ν’ αφήσει τίποτα να µαρτυρά την έστω και προσωρινή ευτυχία του παρελθόντος γιατί ήξερε καλά πως δεν υπάρχει νοσταλγία που να µην προδίδει τον σηµερινό µας ξεπεσµό.
Καθόταν στο στενό της µπαλκονάκι και κάπνιζε. Όπως κάθε πρωί. Την έβλεπες από το πεζοδρόµιο να κάθεται στο στενό µπαλκόνι του ηµιώροφου, να τελειώνει το ένα τσιγάρο και να ανάβει το επόµενο χωρίς να θυµάται αν είναι το τρίτο, το τέταρτο, το πέµπτο. Κάθε πρωί τα ίδια. Τα ίδια Παντελάκη µου, τα ίδια Παντελή µου. Κάθε πρωί, καφές και τσιγάρο, το ίδιο, η ίδια φιγούρα. Μόνο που εκείνο το πρωινό φαινόταν λίγο πιο ανάλαφρη, ήταν ένα τσικ πιο ζωηρή απ’ ό,τι συνήθως. Κάπνιζε στο µπαλκονάκι της µα η σκέψη της ήταν ακόµη στο προηγούµενο βράδυ.
#BeautyDaysWithABook
#ΝικολαοςΔριγκας
#ΕργατικέςΚατοικίες
#ΠρότυπεςΕκδόσειςΠηγή
#ΒιβλιοΣυνεντευξη
#ΝεοελληνικήΛογοτεχνία
#ΚοινωνικόΔιήγημα
.jpeg)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλιά σας!