ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ κ. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΝΔΡΙΑΝΑΚΗ για το βιβλίο της ΞΑΠΛΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΚΧΙΚΟΝ



Καλημέρα σας, σήμερα στη στήλη “Beauty Days with a Book” φιλοξενούμε τη συγγραφέα Κατερίνα Ανδριανάκη και το βιβλίο της «Ξαπλωμένοι στο γρασίδι», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Βακχικόν.

Ένα θεατρικό έργο που μας μεταφέρει σε έναν χώρο όπου οι λέξεις ξαπλώνουν δίπλα στα συναισθήματα, οι σιωπές αποκτούν βάθος και οι ήρωες αφήνονται στην αλήθεια τους.




«Ξαπλωμένοι στο γρασίδι» είναι ένα θεατρικό έργο με ιδιαίτερο τίτλο και ατμόσφαιρα. Τι αποτέλεσε την αφετηρία για τη δημιουργία του;

Η αφετηρία του «Ξαπλωμένοι στο γρασίδι» ήταν για μένα μια εμπειρία παύσης. Μια στιγμή όπου η εξωτερική δράση περιορίζεται και οι ρόλοι που συνήθως μας ορίζουν, αρχίζουν να χάνουν τη λειτουργικότητά τους. Με ενδιέφερε να εξερευνήσω τι συμβαίνει, όταν οι άνθρωποι μένουν εγκλωβισμένοι σε έναν κοινό χώρο και χρόνο, και αναγκάζονται να επαναδιαπραγματευτούν τη σχέση τους με τον εαυτό τους και με τον Άλλον. Η ακινησία λειτούργησε ως δραματουργικό εργαλείο: ως πεδίο έντασης και όχι αδράνειας. Μέσα από την επανάληψη, το παιχνίδι και τις σιωπές, οι ήρωες κινούνται σε μια μεταιχμιακή κατάσταση ανάμεσα στη συνήθεια και τη ρήξη, στην ανάγκη για διαφυγή και στην αδυναμία της. Το έργο γεννήθηκε από αυτή την ανάγκη να μιλήσω για το ενδιάμεσο, για εκείνο το εύθραυστο σημείο, όπου η απουσία εξωτερικής κίνησης παράγει εσωτερική μετατόπιση.


Το θέατρο, οι χαρακτήρες συχνά αποκαλύπτονται μέσα από τον διάλογο. Πώς χτίσατε τις φωνές των ηρώων σας και τι ήταν σημαντικό για εσάς στην εξέλιξή τους;

Οι φωνές των ηρώων χτίστηκαν μέσα από την ένταση της μεταξύ τους σχέσης και όχι ως αυτόνομες
ψυχολογικές οντότητες. Με ενδιέφερε ο διάλογος να λειτουργεί ως πεδίο σύγκρουσης, επανάληψης και
παιχνιδιού, όπου οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται περισσότερο από όσα αποσιωπούν παρά από όσα δηλώνουν ρητά. Σημαντικό για μένα ήταν η εξέλιξή τους να μην προκύπτει μέσα από εξωτερικά γεγονότα, αλλά από μικρές μετατοπίσεις στη γλώσσα, στον ρυθμό και στον τρόπο που σχετίζονται μεταξύ τους.


Το γρασίδι, ως εικόνα, παραπέμπει σε ηρεμία αλλά και σε απογύμνωση συναισθημάτων. Ποια
συμβολική διάσταση θέλατε να μεταφέρετε στον θεατή/αναγνώστη;

Το γρασίδι για μένα λειτουργεί ως ένας τόπος φαινομενικής γαλήνης, σχεδόν αθωότητας, που όμως δεν
προσφέρει πραγματική ασφάλεια. Είναι ένα μαλακό υπόστρωμα όπου μπορείς να ξαπλώσεις, να αφεθείς, αλλά ταυτόχρονα δεν κρύβει τίποτα ∙ δεν έχει τοίχους, δεν έχει γωνίες να προστατευτείς. Εκεί τα σώματα και τα συναισθήματα εκτίθενται.
Στο έργο, οι ήρωες είναι εγκλωβισμένοι σωματικά μέσα σε ένα διαμέρισμα, αλλά ψυχικά βρίσκονται
«ξαπλωμένοι στο χορτάρι»: σε μια κατάσταση αναγκαστικής παύσης, όπου πέφτουν οι άμυνες και δεν
απομένει τίποτα άλλο παρά να έρθουν αντιμέτωποι με τον φόβο, την ενοχή, την ανάγκη για επαφή. Το γρασίδι, λοιπόν, συμβολίζει αυτή τη γυμνή συνθήκη — μια ήρεμη επιφάνεια κάτω από την οποία πάλλεται η αγωνία και η ανθρώπινη ευθραυστότητα.


Ποιες θεματικές διαπραγματεύεται το έργο; Σχέσεις, μνήμη, απώλεια, επανασύνδεση; Ποιο είναι το κεντρικό του ερώτημα;

Το έργο διαπραγματεύεται πρωτίστως τη σχέση δύο ανθρώπων που αναγκάζονται να συνυπάρξουν όταν
καταρρέουν όλες οι βεβαιότητες. Η συνθήκη του εγκλεισμού λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός: μικρές εντάσεις γίνονται υπαρξιακά ρήγματα και η καθημερινή συναλλαγή μετατρέπεται σε ουσιαστική επαφή.
Η μνήμη εμφανίζεται ως καταφύγιο αλλά και ως βάρος — οι ήρωες επιστρέφουν σε όσα έκαναν, σε όσα δεν ειπώθηκαν, σε ζωές που θα μπορούσαν να είχαν ζήσει αλλιώς. Η απώλεια δεν αφορά μόνο τον φόβο του θανάτου, αλλά και την απώλεια της ταυτότητας, της ελευθερίας, της βεβαιότητας ότι «αύριο συνεχίζουμε».
Μέσα από αυτό, γεννιέται μια πιθανότητα επανασύνδεσης: όχι απαραίτητα συμφιλίωσης, αλλά μιας
ειλικρινούς αναγνώρισης του άλλου.
Το κεντρικό ερώτημα του έργου είναι: τι απομένει από τον άνθρωπο όταν του αφαιρεθούν οι ρόλοι, οι
δικαιολογίες και το μέλλον ως υπόσχεση; Και, κατ’ επέκταση, αν μέσα σε μια συνθήκη απόλυτου φόβου μπορεί ακόμη να υπάρξει τρυφερότητα, χιούμορ και μια στοιχειώδης μορφή ελπίδας.


Το θέατρο έχει την ιδιαιτερότητα ότι ζωντανεύει στη σκηνή. Πώς θα φανταζόσασταν μια ενδεχόμενη σκηνοθετική προσέγγιση του έργου; Υπάρχει κάποια αισθητική ή ατμόσφαιρα που θεωρείτε ιδανική;

Θα φανταζόμουν μια σκηνοθετική προσέγγιση λιτή και ασφυκτικά συγκεντρωμένη στους ηθοποιούς. Ο χώρος δεν χρειάζεται να περιγράψει ρεαλιστικά ένα διαμέρισμα, αλλά να υποδηλώσει τον εγκλωβισμό: λίγα αντικείμενα, σαφή όρια, ένα σκηνικό που μοιάζει περισσότερο με ψυχική κατάσταση παρά με τόπο. Όσο λιγότερα υπάρχουν γύρω τους, τόσο πιο έντονη γίνεται η παρουσία των σωμάτων και των λέξεων.
Αισθητικά, με ενδιαφέρει μια ατμόσφαιρα αιωρούμενη ανάμεσα στο καθημερινό και στο υπαρξιακό.
Ρεαλιστικοί διάλογοι που, μέσα από τις παύσεις και τις σιωπές, αποκτούν σχεδόν ποιητικό βάρος. Ο φωτισμός θα μπορούσε να λειτουργεί δραματουργικά — άλλοτε επίπεδος και ωμός, άλλοτε πιο απαλός, σαν ανάμνηση ή σαν φαντασίωση διαφυγής.
Ιδανικά, η σκηνοθεσία δεν θα «εξηγεί» το έργο αλλά θα το αφήνει να αναπνέει. Να δημιουργεί έναν χώρο, όπου το χιούμορ και η αγωνία συνυπάρχουν, όπου ο θεατής νιώθει πως παρακολουθεί κάτι οικείο και ταυτόχρονα ελαφρώς απογυμνωμένο από θεατρικά στολίδια. Ένα θέατρο εγγύτητας, που δεν αφήνει
απόσταση ασφαλείας.


Οι διάλογοι του έργου έχουν ρυθμό, παύσεις, σιωπές. Πόσο δύσκολο είναι να αποτυπωθούν αυτά στο χαρτί ώστε να διατηρηθεί η θεατρικότητα;

Είναι ίσως το πιο απαιτητικό κομμάτι της γραφής. Οι παύσεις και οι σιωπές δεν γράφονται ποτέ πραγματικά — μόνο υπονοούνται. Στο χαρτί μπορείς να σημειώσεις μια παύση, ένα κόμμα, μια αποσιώπηση, αλλά η ουσία τους γεννιέται στη σκηνή, στον χρόνο που ο ηθοποιός τολμά να μείνει ακίνητος ή να μην απαντήσει.
Κατά τη συγγραφή προσπαθώ να δουλεύω τον διάλογο σαν παρτιτούρα: όχι μόνο τι λέγεται, αλλά πότε
κόβεται ο λόγος, πότε επαναλαμβάνεται, πότε σκοντάφτει. Η θεατρικότητα δεν προκύπτει από «έξυπνες» ατάκες, αλλά από το κενό ανάμεσά τους. Εκεί όπου ο θεατής ακούει αυτά που δεν ειπώθηκαν.
Η δυσκολία, αλλά και η γοητεία, είναι να αφήσεις χώρο. Να μη φοβηθείς τη σιωπή στο χαρτί, γνωρίζοντας ότι το θέατρο θα την ολοκληρώσει. Γιατί τελικά, το έργο δεν τελειώνει όταν γραφτεί — ολοκληρώνεται όταν αναπνεύσει ζωντανά μπροστά σε άλλους ανθρώπους.


Τι ήταν για εσάς η μεγαλύτερη πρόκληση στη συγγραφή ενός θεατρικού; Πώς διαφέρει η διαδικασία από την πεζογραφία;

Η μεγαλύτερη πρόκληση στη συγγραφή ενός θεατρικού είναι η αφαίρεση. Στο θέατρο δεν έχεις την πολυτέλεια της εσωτερικής αφήγησης ή της επεξήγησης ∙ ό,τι υπάρχει πρέπει να συμβαίνει εδώ και τώρα, μέσα από λόγο, σώμα και σιωπή. Αυτό απαιτεί εμπιστοσύνη — τόσο στο κείμενο όσο και στους ανθρώπους που θα το ζωντανέψουν.
Σε σχέση με την πεζογραφία, η διαδικασία είναι σχεδόν αντίστροφη. Στην πεζογραφία μπορείς να μπεις στο μυαλό του ήρωα, να κινηθείς στον χρόνο, να σταθείς σε λεπτομέρειες. Στο θέατρο, όλα συμπυκνώνονται στο παρόν. Δεν γράφεις τι σκέφτεται ο χαρακτήρας, αλλά πώς αποφεύγει να το πει. Δεν περιγράφεις τον φόβο — τον αφήνεις να ακουστεί στον ρυθμό της ανάσας ή σε μια αμήχανη παύση.
Για μένα, η πρόκληση ήταν να αποδεχτώ αυτή την έκθεση: να αφήσω το κείμενο λιγότερο «κλειστό» και περισσότερο ανοιχτό σε ερμηνείες. Να γράψω ένα έργο που δεν προσπαθεί να ελέγξει τα πάντα, αλλά προσκαλεί το θέατρο να το συμπληρώσει. Αυτό είναι και το ρίσκο και η χαρά του.


Ποιος χαρακτήρας του έργου σας άγγιξε περισσότερο καθώς τον γράφατε; Υπάρχει κάποιος που σας δυσκόλεψε;

Και οι δύο χαρακτήρες με άγγιξαν, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Ο ένας είναι πιο άμεσος, πιο εξωστρεφής, σχεδόν επιθετικός απέναντι στον φόβο — γράφοντάς τον ένιωθα ότι προσπαθεί συνεχώς να κρατηθεί από το χιούμορ και την κίνηση για να μην καταρρεύσει. Ο άλλος, πιο εσωστρεφής, κουβαλά μια σιωπηλή ενοχή και μια ανάγκη για νόημα που με ακολούθησε για καιρό μετά τη γραφή.
Αυτός ο δεύτερος ήταν και ο πιο δύσκολος. Γιατί η δυσκολία του δεν βρίσκεται σε όσα λέει, αλλά σε όσα δεν μπορεί να αρθρώσει. Χρειάστηκε να αντισταθώ στον πειρασμό να τον «εξηγήσω» και να εμπιστευτώ ότι η αμηχανία, οι παύσεις και οι μικρές του αντιφάσεις θα πουν περισσότερα από έναν καθαρό λόγο.
Νομίζω πως τελικά οι χαρακτήρες που μας δυσκολεύουν είναι εκείνοι που μας μοιάζουν περισσότερο — και ίσως γι’ αυτό είναι και οι πιο αληθινοί.


Αν το έργο μεταφερόταν στη σκηνή, με ποιον ηθοποιό ή ηθοποιό θα θέλατε να το δείτε ζωντανά;

Αν έπρεπε να το φανταστώ ιδανικά, θα με ενδιέφερε να δω το έργο στα χέρια ηθοποιών με έντονη σκηνική παρουσία αλλά και μεγάλη άνεση στη σιωπή. Η ιστορία δεν σηκώνει επιδεικτικές ερμηνείες· χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να κρατήσουν το βλέμμα του θεατή ακόμη κι όταν δεν μιλούν.
Για παράδειγμα, θα με γοήτευε ένας συνδυασμός ανάμεσα σε έναν ηθοποιό με νεύρο και χιούμορ και έναν πιο εσωτερικό, χαμηλότονο παρτενέρ για την ένταση που μπορεί να γεννηθεί από τη διαφορετική τους ενέργεια.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που θα είχε σημασία δεν είναι το «όνομα», αλλά η χημεία. Δύο ηθοποιοί που να μπορούν να συνυπάρξουν επί σκηνής σαν να μην υπάρχει κοινό — σαν να είναι πράγματι εγκλωβισμένοι μαζί, χωρίς διέξοδο, με μόνη παρηγοριά τον άλλον. Αυτό, για μένα, θα ήταν το ιδανικό.


Τι ελπίζετε να νιώσει ή να σκεφτεί ο αναγνώστης μόλις κλείσει το βιβλίο ή ο θεατής όταν πέσει η αυλαία;

Θα ήθελα, ιδανικά, να φύγει με μια ήσυχη ταραχή. Όχι με απαντήσεις, αλλά με μια αίσθηση ότι κάτι μέσα του μετακινήθηκε ελαφρά. Να αναγνωρίσει κομμάτια του εαυτού του στους ήρωες — στον φόβο τους, στις μικρές τους άμυνες, στην ανάγκη τους να μην είναι μόνοι.
Ελπίζω να σκεφτεί πως, ακόμη και σε συνθήκες απόλυτου εγκλωβισμού, η ανθρώπινη επαφή μπορεί να
λειτουργήσει ως μορφή αντίστασης. Ότι το χιούμορ, η τρυφερότητα, ακόμη και μια αμήχανη σιωπή, έχουν αξία όταν όλα γύρω μοιάζουν εύθραυστα.
Και αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα πραγματικά να μείνει, είναι αυτή η σκέψη: ότι δεν χρειάζεται πάντα να «σωθούμε» για να είμαστε ανθρώπινοι. Μερικές φορές αρκεί να μείνουμε παρόντες — ξαπλωμένοι στο ίδιο κομμάτι χορτάρι, κοιτάζοντας τον ίδιο ουρανό.


Ετοιμάζετε κάτι νέο; Θα συνεχίσετε το θέατρο ή θα επιστρέψετε σε άλλη μορφή γραφής;

Ναι, πάντα υπάρχουν νέες ιδέες που περιμένουν να πάρουν μορφή. Αυτή την περίοδο δουλεύω πάνω σε κάτι που κινείται επίσης ανάμεσα στην κωμωδία και το υπαρξιακό, αλλά με διαφορετικό πλαίσιο και ήρωες.
Δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω το θέατρο· έχει μια μοναδική δυναμική που δεν προσφέρει η πεζογραφία.
Παράλληλα, αφήνω πάντα χώρο για μικρές ιστορίες ή πεζογραφήματα. Για μένα η διαδικασία αλλάζει, αλλά η ανάγκη να αφηγηθώ ανθρώπινες εμπειρίες μένει η ίδια.


Κλείνοντας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για την τιμή και τη χαρά να σας φιλοξενούμε στη σελίδα μας. Πριν ολοκληρώσουμε, θα θέλατε να μας πείτε πού μπορούν οι αναγνώστες να σας βρουν και πώς μπορούν να προμηθευτούν το βιβλίο σας;

Σας ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία και την ενδιαφέρουσα συζήτηση! Οι αναγνώστες μπορούν να βρουν το έργο “Ξαπλωμένοι στο χορτάρι” στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων «Βακχικόν», σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία και σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες πώλησης βιβλίων.
Η καλύτερη επαφή, όμως, γίνεται πάντα μέσα από το ίδιο το έργο: να το διαβάσουν ή να το δουν ζωντανά στη σκηνή και να μοιραστούν την εμπειρία με άλλους.
 


.

Ξαπλωμένοι στο γρασίδι
Κατερίνα Ανδριανάκη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΚΧΙΚΟΝ


Τι απομένει όταν δύο επαγγελματίες κλέφτες παγιδεύονται σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει πια τίποτα να κλέψεις – ούτε ελευθερία, ούτε βεβαιότητες, ούτε το παρελθόν σου;

Ο Τομ και ο Τζέρι, δύο άντρες με κοινή ζωή και σκοτεινό παρελθόν, βρίσκονται κλεισμένοι για μήνες σε ένα διαμέρισμα, την ώρα που ένας φονικός ιός σαρώνει τον πλανήτη. Μπροστά σε μια αόρατη, απρόσωπη απειλή, η ισορροπία της σχέσης τους αρχίζει να μεταλλάσσεται.

Μέσα από συγκρούσεις, σιωπές, ειρωνεία και απελπισία, ξεδιπλώνεται ένα ψυχολογικό και υπαρξιακό θρίλερ δωματίου. Η φιλία τους δοκιμάζεται, οι ρόλοι αντιστρέφονται και τα όρια ανάμεσα στον θύτη και το θύμα, τον αδύναμο και τον δυνατό, αρχίζουν να θολώνουν.

Με χιούμορ που κόβει σαν ξυράφι και δραματικές κορυφώσεις, το έργο εστιάζει στον τρόμο της απώλειας, στην ανάγκη για έλεγχο, αλλά και στην αχτίδα λύτρωσης που ίσως ξεπροβάλλει όταν όλα μοιάζουν χαμένα.


H ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Η Κατερίνα Ανδριανάκη έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της στο Τμήμα Φιλοσοφίας & Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, έχει πτυχίο βιολοντσέλου του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, ενώ είναι απόφοιτος της Ανώτερης Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ και της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ (Τμήμα Θεάτρου). Ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάζεται ως εκπαιδευτικός.

Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων Μικρές μπουκιές (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013) και Ανοξείδωτα ζευγάρια (εκδόσεις Κέδρος 2016), το μυθιστόρημα Casu consulto (εκδόσεις Βακχικόν 2019), το θεατρικό έργο Αυτό το «τίποτα» όπου κατοικώ (εκδόσεις Βακχικόν 2024) και το παιδικό βιβλίο Η Σάου εξαφανίζεται (εκδόσεις Βακχικόν 2025), ενώ έχει συμμετάσχει στα συλλογικά έργα Εκκύκλημα: ποίηση καθηγητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Καβάλας (Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Καβάλας 2004), 2ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Μίμης Σουλιώτης (Libron εκδοτική 2016), #to_mnimio_tou_agnostou_kallitexni (Libron εκδοτική 2018). Το 2025 απέσπασε το 2ο Βραβείο Ποίησης στον 2ο Ετήσιο Πανελλήνιο Διαγωνισμό του Συλλόγου «Οι φίλοι της λιμνοθάλασσας».

Οι Ξαπλωμένοι στο γρασίδι είναι το δεύτερο θεατρικό έργο της.


#bookstagramgreece #θεατρικό #ΚατερίναΑνδριανάκη #ΞαπλωμένοιΣτοΓρασίδι #ΕκδόσειςΒακχικόν #newbook #theatrelover #GreekAuthors



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλιά σας!

Adbox

@templatesyard